ροίδιον

ροίδιον
ρόϊδο τό см, ρόδι;
§ τα κάνω ρόϊδο а) терпеть неудачу; б) провалить, испортить дело

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ροίδιον" в других словарях:

  • ῥοίδιον — small pomegranate neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ροΐδιον — και ροΐδιν, τὸ, Μ βλ. ρόδι …   Dictionary of Greek

  • ῥοιδίου — ῥοίδιον small pomegranate neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοιδίων — ῥοίδιον small pomegranate neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοιδίῳ — ῥοίδιον small pomegranate neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοίδια — ῥοίδιον small pomegranate neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρόδι — το / ῥοΐδιον, ΝΜΑ, και ρόιδι και ρόιδο και ρούδι Ν, και ῥοΐδιν Μ ο εδώδιμος καρπός της ροδιάς νεοελλ. φρ. «τά κανα ρόιδο» τά έκανα μούσκεμα, απέτυχα οικτρά, τά θαλάσσωσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόα + υποκορ. κατάλ. ίδιον (πρβλ. κλων ίδιον). Ο νεοελλ. τ.… …   Dictionary of Greek

  • υποκοριστικός — ή, ό / ὑποκοριστικός, ή, όν, ΝΜΑ [ὑποκορίζομαι] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον υποκορισμό, αυτός που δηλώνει υποκορισμό, κολακευτικός, χαῑδευτικός·2. το ουδ. ως ουσ. το υποκοριστικό (ενν. όνομα) γραμμ. παράγωγο όνομα που δηλώνει υποκορισμό …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»